απροστάτευτος

απροστάτευτος
η , ο [ος , ον ]
1) беззащитный, слабый; 2) незащищённый, открытый (о местности)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "απροστάτευτος" в других словарях:

  • ἀπροστάτευτος — without a leader masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απροστάτευτος — η, ο (AM ἀπροστάτευτος, ον) αυτός που δεν προστατεύεται, ο ανυπεράσπιστος νεοελλ. (για τόπο) ανοχύρωτος, αφρούρητος …   Dictionary of Greek

  • απροστάτευτος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δεν έχει προστάτη: Έμειναν τα δυο τους παιδιά απροστάτευτα. 2. αυτός που δεν έχει οχυρώματα: Τα σύνορα της χώρας σε μερικά σημεία ήταν απροστάτευτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπροστάτευτον — ἀπροστάτευτος without a leader masc/fem acc sg ἀπροστάτευτος without a leader neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπροστατεύτοις — ἀπροστάτευτος without a leader masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπροστατεύτους — ἀπροστάτευτος without a leader masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπροστατεύτων — ἀπροστάτευτος without a leader masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπροστατεύτῳ — ἀπροστάτευτος without a leader masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπροστάτευτα — ἀπροστάτευτος without a leader neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπροστάτευτοι — ἀπροστάτευτος without a leader masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άσκεπος — η, ο (AM ἄσκεπος, ον) 1. ο ακάλυπτος 2. αυτός που έχει ακάλυπτο το κεφάλι του αρχ. ο απροστάτευτος …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»